Η Τότεναμ μετά και την ήττα στο γήπεδο της από την Κρίσταλ Πάλας βρίσκεται σε μια θέση που δεν είχε φανταστεί ποτέ. Η απρόσμενη κρίση με τα συνεχόμενα αρνητικά αποτελέσματα την έχουν φέρει σε επικίνδυνα κοντά στη ζώνη του υποβιβασμού. Η πίεση αυξάνεται για τους πάικτες του Ιγκόρ Τούντορ, ενώ οι οπαδοί φοβούνται ένα σενάριο που μέχρι πρόσφατα έμοιαζε αδιανόητο για τον σύλλογο. Με αφορμή αυτή την κρίση της ομάδας του Λονδίνου, θυμηθήκαμε άλλους μεγάλους γίγαντες του ποδοσφαίρου που βίωσαν τη σκληρή πραγματικότητα του υποβιβασμού.
Από τη Γιουβέντους του Calciopoli και τη Ρίβερ Πλέιτ του 2011 μέχρι τη Ατλέτικο Μαδρίτης, τη Κορίνθιανς, τη Σάντος του Πελέ και την ΑΕΚ, το ποδόσφαιρο έχει αποδείξει πολλές φορές ότι καμία φανέλα δεν είναι άτρωτη. Ιστορικοί σύλλογοι με τίτλους, εκατομμύρια οπαδούς και τεράστια παράδοση βρέθηκαν ξαφνικά στην από κάτω κατηγορία απ' ότι είχαν συνηθίσει στα χρόνια της ύπαρξής τους.
Γιουβέντους 2006: Το σκάνδαλο που άφησε στάμπα στη Μεγάλη Κυρία
Ο υποβιβασμός της Γιουβέντους το καλοκαίρι του 2006 συνιστά τη σοβαρότερη πειθαρχική παρέμβαση που έχει δεχθεί ποτέ κορυφαίος σύλλογος στο ιταλικό ποδόσφαιρο. Δεν προέκυψε αγωνιστικά, αλλά από την αποκάλυψη ενός διοικητικού μηχανισμού που, σύμφωνα με τα πορίσματα της FIGC (ιταλικής ομοσπονδίας), αλλοίωνε συστηματικά τη λειτουργία του πρωταθλήματος. Το σκάνδαλο Calciopoli ανέδειξε τη στενή διασύνδεση παραγόντων, διαιτησίας και θεσμών, με τη Γιουβέντους να βρίσκεται στον πυρήνα των εξελίξεων.
Κεντρικό πρόσωπο της υπόθεσης ήταν ο Λουτσιάνο Μότζι, γενικός διευθυντής του συλλόγου και βασικός αρχιτέκτονας της αγωνιστικής κυριαρχίας της περιόδου 1994-2006. Μαζί με τους Αντόνιο Τζιράουντο (CEO) και Ρομπέρτο Μπέτεγκα, συγκροτούσαν ένα διοικητικό τρίγωνο με τεράστια επιρροή στην αντίστοιχη ΚΕΔ της Ιταλίας. Οι τηλεφωνικές υποκλοπές που ήρθαν στο φως κατέδειξαν επαφές του Μότζι με ανώτατα στελέχη της διαιτησίας, όπως οι Πάολο Μπεργκάμο και Πιερλουίτζι Παϊρέτο, με αντικείμενο τον ορισμό διαιτητών σε συγκεκριμένους αγώνες.
Η απόφαση της αθλητικής δικαιοσύνης ήταν σκληρή. Η Γιουβέντους τιμωρήθηκε με υποβιβασμό στη Serie B, αφαίρεση των πρωταθλημάτων 2004/05 και 2005/06 και αρχική ποινή 30 βαθμών, η οποία μετά από εφέσεις μειώθηκε στους -9. Σε αντίθεση με συλλόγους όπως η Μίλαν, η Λάτσιο και η Φιορεντίνα, που παρέμειναν στη Serie A με ποινές βαθμών, η Γιούβε κρίθηκε ότι είχε δομικό ρόλο στο σύστημα και όχι απλή εμπλοκή.
Σε αγωνιστικό επίπεδο, η πτώση στη Serie B προκάλεσε εκτεταμένη αποδόμηση του ρόστερ της Κυρίας. Ποδοσφαιριστές όπως οι Φάμπιο Καναβάρο, Ζλάταν Ιμπραΐμοβιτς, Τζανλούκα Ζαμπρότα, Λιλιάν Τουράμ και Πάτρικ Βιεϊρά αποχώρησαν άμεσα. Παρ’ όλα αυτά, ο σύλλογος διατήρησε έναν πυρήνα με σαφή ηγετικά χαρακτηριστικά. Τζιανλουίτζι Μπουφόν, Αλεσάντρο Ντελ Πιέρο, Νταβίντ Τρεζεγκέ, Πάβελ Νέντβεντ και Μάουρο Καμορανέζι παρέμειναν και αποτέλεσαν τη ραχοκοκαλιά της ομάδας.
Την τεχνική ευθύνη ανέλαβε αρχικά ο Ντιντιέ Ντεσάν, ο οποίος διαχειρίστηκε ένα ιδιαίτερο αγωνιστικό περιβάλλον με γήπεδα χαμηλότερων απαιτήσεων, κλειστές άμυνες και έντονη πίεση από κάθε αντίπαλο. Η Γιουβέντους, παρά την ποινή, τερμάτισε πρώτη στη Serie B 2006/07, με τον Ντελ Πιέρο πρώτο σκόρερ και καθοριστικό ρόλο των έμπειρων παικτών.
Η επιστροφή στη Serie A δεν συνοδεύτηκε από άμεση αγωνιστική αποκατάσταση. Ακολούθησαν χρόνια μεταβατικότητας, με συχνές αλλαγές προπονητών (Ρανιέρι, Φεράρα, Ντελ Νέρι) και έλλειψη σταθερού αγωνιστικού πλάνου. Η πραγματική ανασυγκρότηση ήρθε μόνο όταν ο σύλλογος επαναπροσδιόρισε τη διοικητική του δομή, επένδυσε σε υποδομές και υιοθέτησε διαφορετικό μοντέλο στελέχωσης.
Ο υποβιβασμός του 2006 αποτέλεσε σημείο καμπής όχι μόνο για τη Γιουβέντους, αλλά και για τη Serie A συνολικά. Για τη Γιουβέντους, ήταν η αρχή μιας μακράς, επίπονης αλλά τελικά επιτυχημένης διαδικασίας επανεκκίνησης.
Ατλέτικο Μαδρίτης 2000: Οι ροχιμπλάνκος στη Segunda
Ο υποβιβασμός της Ατλέτικο Μαδρίτης στο τέλος της σεζόν 1999-2000 αποτελεί μία από τις πιο σοκαριστικές στιγμές στην ιστορία της La Liga. Μια ομάδα με τίτλους και μεγάλη παρουσία στο ισπανικό ποδόσφαιρο βρέθηκε στη Segunda División, μετά από μια χρονιά γεμάτη αστάθεια, διοικητικά προβλήματα και κακές εμφανίσεις.
Η Ατλέτικο ξεκίνησε τη σεζόν με προπονητή τον Κλαούντιο Ρανιέρι, όμως τα αποτελέσματα δεν ήταν καλά. Η ομάδα βρισκόταν χαμηλά στη βαθμολογία και ο Ιταλός τεχνικός απολύθηκε τον Μάρτιο του 2000. Στη θέση του επέστρεψε ο Ράντομιρ Άντιτς, ο οποίος είχε οδηγήσει τον σύλλογο στο νταμπλ το 1996, αλλά ούτε αυτός κατάφερε να αλλάξει την πορεία της ομάδας. Λίγο πριν το τέλος της σεζόν στον πάγκο κάθισε και ο Φερνάντο Ζαμπράνο, σε μια προσπάθεια να σωθεί η χρονιά.
Παρά τα προβλήματα, το ρόστερ της Ατλέτικο είχε μεγάλα ονόματα. Ο Ολλανδός επιθετικός Τζίμι Φλόιντ Χασελμπάινκ ήταν ο πρώτος σκόρερ της ομάδας με 24 γκολ στο πρωτάθλημα. Σημαντικό ρόλο είχαν επίσης οι Χουάν Βαλερόν, Σαντιάγκο Σολάρι, Χοσέ Μολίνα και Κάρλος Γκαμάρα. Παρόλα αυτά, η ομάδα δεν βρήκε ποτέ σταθερότητα.
Η Ατλέτικο ολοκλήρωσε το πρωτάθλημα στην 19η θέση με 38 βαθμούς. Σε 38 αγώνες είχε 9 νίκες, 11 ισοπαλίες και 18 ήττες, με 56 γκολ υπέρ και 63 κατά. Τα αρνητικά αποτελέσματα, ιδιαίτερα στα τελευταία παιχνίδια, έφεραν την ομάδα σε πολύ δύσκολη θέση.
Το παιχνίδι που ουσιαστικά «σφράγισε» τον υποβιβασμό έγινε στις 7 Μαΐου 2000 απέναντι στη Οβιέδο. Η Ατλέτικο αναδείχθηκε ισόπαλη 2-2 εκτός έδρας. Οι γηπεδούχοι προηγήθηκαν 2-0, όμως οι Μαδριλένοι ισοφάρισαν. Στο 84ο λεπτό ο Χάσελμπάινκ είχε την ευκαιρία να δώσει τη νίκη στην ομάδα του, αλλά αστόχησε σε πέναλτι. Το αποτέλεσμα αυτό άφησε την Ατλέτικο ουσιαστικά χωρίς ελπίδες παραμονής.
Παρά την απογοητευτική πορεία στο πρωτάθλημα, η ομάδα είχε μια εντελώς διαφορετική εικόνα στο κύπελλο. Έφτασε μέχρι τον τελικό του Copa del Rey, όπου αντιμετώπισε την Εσπανιόλ. Στον τελικό, που έγινε στο Μεστάγια, η Ατλέτικο ηττήθηκε 2-1 και έχασε την ευκαιρία να σώσει μια καταστροφική σεζόν.
Μετά τον υποβιβασμό ακολούθησε μεγάλη αναδιάρθρωση στο ρόστερ. Πολλοί βασικοί παίκτες αποχώρησαν και ο σύλλογος μπήκε σε περίοδο ανασυγκρότησης. Η επιστροφή στη μεγάλη κατηγορία ήρθε δύο χρόνια αργότερα, τη σεζόν 2001-02, με προπονητή τον θρύλο του συλλόγου Λουίς Αραγονιές. Για την Ατλέτικο αποτέλεσε ένα σκληρό μάθημα, αλλά και το σημείο από το οποίο ξεκίνησε αργότερα η επιστροφή της στην κορυφή του ισπανικού ποδοσφαίρου.
Κορίνθιανς: Tο σοκ του 2007
Ο υποβιβασμός της Κορίνθιανς το 2007 αποτελεί μία από τις πιο χαρακτηριστικές πτώσεις μεγάλου συλλόγου στη σύγχρονη ιστορία του βραζιλιάνικου ποδοσφαίρου. Όχι μόνο γιατί αφορά έναν σύλλογο με σχεδόν 60 επίσημους τίτλους σε εγχώριο και διεθνές επίπεδο, αλλά και επειδή ήρθε μόλις δύο χρόνια μετά την κατάκτηση του πρωταθλήματος Βραζιλίας το 2005.
Η σεζόν του 2007 στο Brasileirão ξεκίνησε σε περιβάλλον έντονης αστάθειας. Η αποχώρηση της επενδυτικής εταιρείας MSI, που είχε χρηματοδοτήσει την ομάδα στα μέσα της δεκαετίας, άφησε πίσω της σοβαρά διοικητικά και οικονομικά προβλήματα. Το ρόστερ αποδυναμώθηκε, βασικοί παίκτες αποχώρησαν και η ομάδα δεν κατάφερε ποτέ να βρει αγωνιστική ισορροπία. Μέσα στη χρονιά υπήρξαν διαδοχικές αλλαγές προπονητών, στοιχείο που αποτυπώνει την έλλειψη σχεδίου και σταθερότητας.
Αγωνιστικά, η Κορίνθιανς κινήθηκε σχεδόν σε όλη τη διάρκεια της σεζόν κοντά στη ζώνη του υποβιβασμού. Οι πολλές ισοπαλίες και η αδυναμία να πάρει νίκες σε κρίσιμα παιχνίδια την κράτησαν χαμηλά στη βαθμολογία. Η τελική πράξη γράφτηκε στις 2 Δεκεμβρίου 2007, στην τελευταία αγωνιστική, όταν το 1-1 με τη Γκρέμιο δεν αποδείχθηκε αρκετό. Σε συνδυασμό με τα υπόλοιπα αποτελέσματα, η ομάδα τερμάτισε 17η και υποβιβάστηκε στη Série B.
Ήταν ο πρώτος υποβιβασμός στην ιστορία του συλλόγου, γεγονός που έκανε το σοκ ακόμη μεγαλύτερο για έναν οργανισμό με τεράστιο μέγεθος, ιστορία και τροπαιοθήκη. Παρ’ όλα αυτά, η αντίδραση ήταν άμεση. Το 2008 η Κορίνθιανς κατέκτησε τη Série B και επέστρεψε στην ελίτ, αφήνοντας τον υποβιβασμό του 2007 ως ένα σκληρό αλλά καθοριστικό μάθημα στην ιστορική της διαδρομή.
Σάντος 2023: Η αστάθεια έφερε τον υποβιβασμό
Ο υποβιβασμός της Σάντος το 2023, έναν χρόνο μετά τον θάνατο του Πελέ, αποτέλεσε ένα από τα πιο βαριά και ιστορικά πλήγματα στο βραζιλιάνικο ποδόσφαιρο. Ένας σύλλογος που για 111 χρόνια δεν είχε γνωρίσει ποτέ τη Série B, είδε την παρουσία του στη μεγάλη κατηγορία να τελειώνει με τον πιο σκληρό τρόπο.
Η σεζόν του 2023 κύλησε από την αρχή με έντονη αστάθεια. Συνεχείς αλλαγές προπονητών, χαμηλή παραγωγικότητα, αμυντικά λάθη και μια ομάδα χωρίς καθαρό αγωνιστικό πλάνο κράτησαν τη Σάντος μόνιμα κοντά στη ζώνη του υποβιβασμού. Παρά την ιστορία της και το βάρος της φανέλας, δεν κατάφερε ποτέ να αποκτήσει σταθερότητα εκείνη τη σεζόν.
Όλα κρίθηκαν την τελευταία αγωνιστική του Brasileiro. Στη Vila Belmiro, η Σάντος ήθελε έστω έναν βαθμό απέναντι στη Φορταλέζα για να σωθεί. Το παιχνίδι ήταν ισορροπημένο και το σκορ βρισκόταν στο 1-1 μέχρι τα τελευταία λεπτά. Στο 97’, όμως, ένα γκολ των φιλοξενούμενων έφερε την ήττα με 2-1 και σφράγισε τον υποβιβασμό.
Η εικόνα μετά το τέλος του αγώνα ήταν σοκαριστική. Οργισμένοι οπαδοί συγκρούστηκαν με τις αστυνομικές δυνάμεις, υπήρξαν φωτιές και καταστροφές γύρω από το γήπεδο, δείχνοντας πόσο βαθιά είχε πληγώσει την πόλη αυτό το αποτέλεσμα. Η Σάντος δεν είναι απλώς ένας σύλλογος, είναι κομμάτι της ταυτότητας της περιοχής.
Η ομάδα που ανέδειξε τον Πελέ και τον Νεϊμάρ , που κατέκτησε τίτλους εντός και εκτός Βραζιλίας, έφτασε στο χαμηλότερο σημείο της ιστορίας της.
Ρέιντζερς 2012: Κάτι που δεν περίμενε ποτέ κανείς
Η Ρέιντζερς της Γλασκώβης, ένας από τους μεγαλύτερους συλλόγους στη Σκωτία με πάνω από 50 τίτλους μέχρι το 2012, αντιμετώπισε μια από τις πιο δραματικές κρίσεις στην ιστορία της. Το πρόβλημα ξεκίνησε όταν ο μεγιστάνας Sir David Murray, ιδιοκτήτης της ομάδας από το 1988, πούλησε τον σύλλογο στον επιχειρηματία Craig Whyte το Μάιο του 2011, έναντι μόλις £1. Ο Whyte ανέλαβε τα χρέη της ομάδας χωρίς να διαθέσει πραγματικά κεφάλαια και χρησιμοποίησε ακόμη και χρήματα από μελλοντικά εισιτήρια για να καλύψει τα έξοδα.
Στις 13 Φεβρουαρίου 2012, η Ρέιντζερς υπέβαλε αίτηση για είσοδο σε διαδικασία administration λόγω χρεών που εκτιμήθηκαν πάνω από £100 εκατομμύρια, με βασικό μέρος να οφείλεται στην HM Revenue & Customs (HMRC) για απλήρωτους φόρους PAYE και VAT. Την επόμενη μέρα οι σύμβουλοι Duff & Phelps ανέλαβαν την ομάδα, επιβάλλοντας αφαίρεση 10 βαθμών από την τρέχουσα σεζόν, γεγονός που έθεσε τέλος σε οποιαδήποτε ελπίδα για τίτλο.
Οι προσπάθειες για διάσωση μέσω Company Voluntary Arrangement (CVA) απέτυχαν, καθώς η HMRC αρνήθηκε να εγκρίνει την πρόταση τον Ιούνιο του 2012. Ως αποτέλεσμα, η παλιά εταιρεία The Rangers Football Club plc οδηγήθηκε σε εκκαθάριση (liquidation) στις 31 Οκτωβρίου 2012, ενώ τα περιουσιακά στοιχεία της ομάδας ,το γήπεδο Ibrox, το προπονητικό κέντρο και η μάρκα, αγοράστηκαν από τη νέα εταιρεία Sevco Scotland Ltd υπό την ηγεσία του Charles Green τον Ιούνιο του 2012.
Η νέα ομάδα μετονομάστηκε σε The Rangers Football Club Ltd, αλλά δεν δικαιούνταν να συνεχίσει στην κορυφαία κατηγορία της Σκωτίας. Για τη σεζόν 2012-13, η Ρέιντζερς ξεκίνησε από την Τρίτη Κατηγορία (Fourth Tier), σηματοδοτώντας την πρώτη φορά στα 140 χρόνια της ιστορίας της που δεν συμμετείχε στην ελίτ του σκωτσέζικου ποδοσφαίρου. Παρά τη μεγάλη πτώση, οι οπαδοί στήριξαν την ομάδα, η Ρέιντζερς έπαιζε παιχνίδια Γ' κατηγορίας μπροστά σε 50.000 κόσμο και μέσα σε λίγα χρόνια κατάφερε να ανέβει ξανά, επιστρέφοντας στην πρώτη κατηγορία το καλοκαίρι του 2016.
ΑΕΚ 2013: Το ελληνικό σοκ
Η σεζόν 2012‑13 για την ΑΕΚ ήταν όχι απλά κακή, αλλά μια από τις πιο τραυματικές στιγμές στην ιστορία του συλλόγου, με τον υποβιβασμό της ομάδας πρώτη φορά από το 1924 που ιδρύθηκε. Αυτό που συνέβη δεν ήταν αποτέλεσμα ενός μεμονωμένου λάθους, αλλά συσσώρευσης οικονομικών, αγωνιστικών και πειθαρχικών προβλημάτων που τελικά οδήγησαν την Ένωση στον… γκρεμό της Super League.
Από το καλοκαίρι του 2012 φάνηκε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Η ΑΕΚ βρισκόταν σε βαριά οικονομική κρίση, με χρέη προς εφορία και παίκτες, γεγονός που ανάγκασε τη διοίκηση να διαλύσει μεγάλο μέρος του βασικού ρόστερ και να αντικαταστήσει έμπειρους με νεαρούς και φθηνούς παίκτες. Το ρόστερ που κατέβηκε στο πρωτάθλημα δεν είχε την ποιότητα και την εμπειρία για να «τραβήξει» μια ομάδα με υψηλές απαιτήσεις , κάτι που φάνηκε στη διάρκεια των αγώνων, όπου η ΑΕΚ ήταν μέτρια και δεν συγκέντρωνε αρκετούς βαθμούς για να βγει από τη ζώνη του υποβιβασμού.
Το κρίσιμο γεγονός ήρθε στις 14 Απριλίου 2013 στον αγώνα με τον Πανθρακικό στο ΟΑΚΑ. Η ΑΕΚ βρισκόταν πίσω στο σκορ με 1‑0 και οι οπαδοί, σε μια σπασμωδική αντίδραση, εισέβαλαν στο γήπεδο λιγο πριν τη λήξη, προκαλώντας τον τερματισμό του ματς. Λόγω της εισβολής, η Πειθαρχική Επιτροπή της Super League κατέκυρωσε τον αγώνα 3‑0 υπέρ του Πανθρακικού και επέβαλε αφαίρεση 3 βαθμών από την ΑΕΚ για το τρέχον πρωτάθλημα και 2 βαθμών για το επόμενο.
Αυτή η ποινή ήταν καθοριστική. Πριν από την αφαίρεση, η Ένωση ήταν ήδη σε δύσκολη θέση, αλλά μετά έγινε μαθηματικά αδύνατο να αποφευχθεί ο υποβιβασμός, ακόμη και αν οι «Κιτρινόμαυροι» κέρδιζαν το τελευταίο ματς. Η ΑΕΚ προσπάθησε να αναιρέσει την απόφαση με έφεση στην ΕΠΟ, αποκαλώντας την τιμωρία «προμελετημένο έγκλημα», όμως η έφεση απορρίφθηκε και η τιμωρία επικυρώθηκε οριστικά από τη Σούπερ Λίγκα.
Τελικά, στην τελευταία αγωνιστική, η ΑΕΚ ηττήθηκε 1-0 από τον Ατρόμητο στις καθυστερήσεις, χάνοντας και την τελευταία πιθανότητα να σώσει τη σεζόν. Με αυτή την ήττα και το -3 στην πλάτη, η ομάδα τερμάτισε κάτω από τη γραμμή της παραμονής και υποβιβάστηκε στη Football League, τη δεύτερη κατηγορία του ελληνικού πρωταθλήματος.
Ο υποβιβασμός του 2012‑13 δεν ήταν απλώς μια αγωνιστική αποτυχία. Ήταν το προϊόν οικονομικής εξάντλησης, κακής στελεχιακής επιλογής, πίεσης των οπαδών και μιας πειθαρχικής απόφασης που άλλαξε την πορεία του συλλόγου. Για εκατοντάδες χιλιάδες οπαδούς της ΑΕΚ, αυτό το αποτέλεσμα παραμένει μια πικρή ανάμνηση, όχι μόνο για τα αποτελέσματα μέσα στο γήπεδο, αλλά για το πώς μια από τις μεγάλες ομάδες της Ελλάδας βρέθηκε να παίζει εκτός πρώτης κατηγορίας μετά από σχεδόν εννέα δεκαετίες.
Ρίβερ Πλέιτ 2011: Όταν κάηκε το Μπουένος Άιρες
Ο υποβιβασμός της Ρίβερ Πλέιτ το 2011 είναι ένα από τα πιο σοκαριστικά γεγονότα στην ιστορία του παγκόσμιου ποδοσφαίρου. Μιλάμε για μια ομάδα που είχε χτίσει αυτοκρατορία στην Αργεντινή με πάνω από 60 επίσημους τίτλους, διεθνείς διακρίσεις και αμέτρητα πρωταθλήματα στην Primera División. Κι όμως, μετά από 110 χρόνια αδιάλειπτης παρουσίας στην κορυφαία κατηγορία, η Ρίβερ έπεσε στη Segunda División, προκαλώντας σοκ σε φίλους και αντιπάλους.
Η σεζόν 2010-11 ήταν καταστροφική. Τα προηγούμενα χρόνια υπήρξαν λανθασμένες διοικητικές επιλογές, κακές μεταγραφές και συνεχείς αλλαγές προπονητών, που μείωσαν τον μέσο όρο. Το αποτέλεσμα ήταν η Ρίβερ να τερματίσει 17η στη μέση βαθμολογία, θέση που την έστειλε στα μπαράζ με την Μπελγκράνο για την παραμονή.
Τα μπαράζ ήταν δραματικά. Στον πρώτο αγώνα, στην Κόρδοβα , η Ρίβερ ηττήθηκε 2‑0. Στη ρεβάνς στο Μονουμεντάλ, προηγήθηκε νωρίς ο Μαριάνο Παβόνε, αλλά ο Γκιγιέρμο Φάρε ισοφάρισε και το 1-1 σφράγισε τη συνολική ήττα 3‑1. Η απογοήτευση των οπαδών ήταν τεράστια.
Πάνω από 50.000 φίλοι εισέβαλαν στον αγωνιστικό χώρο, πέταξαν αντικείμενα στους παίκτες και την αστυνομία, έκαψαν καθίσματα και σήματα του γηπέδου, ενώ η αστυνομία απάντησε με αύρες νερού και δακρυγόνα για να ελέγξει την κατάσταση. Οι συγκρούσεις συνεχίστηκαν γύρω από το στάδιο με φωτιές, λεηλασίες καταστημάτων και δρόμων, δεκάδες τραυματίες και συλλήψεις, με αποτέλεσμα η ιστορική Ρίβερ να ζήσει ένα πρωτοφανές χάος μέσα και έξω από το γήπεδο.
Διοικητική αταξία, λάθη στις μεταγραφές, αστάθεια προπονητών και ένας «μέσος όρος» που δεν μπορούσε να καλύψει την ιστορία και το κύρος της ομάδας. Ο πρόεδρος Ντανιέλ Πασαρέλα, θρυλικός πρώην παίκτης και αρχηγός της ομάδας, δέχτηκε έντονη κριτική. Η Ρίβερ έχασε την κορυφαία κατηγορία, υπέστη οικονομικό πλήγμα και έπεσε σε ιστορική κρίση γοήτρου.
Παρά το σοκ, η ομάδα δεν έμεινε στο σκοτάδι. Τη σεζόν 2011-12, με τον Ματίας Αλμέιδα στον πάγκο, ξεκίνησε άμεση προσπάθεια επιστροφής και ανέβηκε ξανά στην Primera División την επόμενη σεζόν. Ωστόσο, τα επεισόδια εκείνες τις μέρες και η πτώση της ομάδας παραμένουν ορόσημο.